Η αρθρίτιδα στον αστράγαλο μπορεί να κάνει επώδυνες κινήσεις που μέχρι χθες φαίνονταν αυτονόητες: το περπάτημα, το ανέβασμα μιας σκάλας ή ένα βήμα σε ανώμαλο έδαφος. Μαζί με τον πόνο μπορεί να εμφανιστούν δυσκαμψία και πρήξιμο. Για πολλούς ανθρώπους, η μεγαλύτερη ανησυχία είναι αν η θεραπεία θα περιορίσει οριστικά την κίνηση του ποδιού.
Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλους. Στα αρχικά στάδια υπάρχουν τρόποι να ελεγχθούν τα συμπτώματα χωρίς χειρουργείο. Όταν η φθορά είναι προχωρημένη, η επιλογή ανάμεσα σε αρθρόδεση και ολική αρθροπλαστική ποδοκνημικής εξαρτάται από την κατάσταση της άρθρωσης και τις ανάγκες του ασθενούς. Η αξιολόγηση βοηθά να φανεί ποια λύση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση και ποια κίνηση είναι ρεαλιστικό να διατηρηθεί.
Τι συμβαίνει όταν εμφανίζεται αρθρίτιδα στον αστράγαλο;
Στην ποδοκνημική άρθρωση, ο χόνδρος καλύπτει τις επιφάνειες των οστών και βοηθά να κινούνται ομαλά μεταξύ τους. Όταν φθείρεται, η κίνηση μπορεί να γίνεται επώδυνη και η άρθρωση να χάνει μέρος της ευκαμψίας της. Με τον χρόνο μπορεί να παρουσιαστούν πρήξιμο, δυσκαμψία ή αλλαγή στον τρόπο βαδίσματος.
Η φθορά συχνά σχετίζεται με παλαιότερο κάταγμα ή σοβαρό τραυματισμό. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να πρόκειται για μετατραυματική αρθρίτιδα. Η αρθρίτιδα μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε άτομα με φλεγμονώδη πάθηση ή χωρίς μια εμφανή προηγούμενη κάκωση. Το ιστορικό έχει σημασία, επειδή η αιτία μπορεί να επηρεάζει τόσο την εξέλιξη των συμπτωμάτων όσο και τις θεραπευτικές επιλογές.
Ποια συμπτώματα επηρεάζουν την καθημερινότητα;
Ο πόνος μπορεί να εμφανίζεται όταν το πόδι φορτίζεται και να υποχωρεί με την ανάπαυση. Άλλοι άνθρωποι παρατηρούν δυσκαμψία μόλις σηκωθούν το πρωί ή μετά από πολλή ώρα καθιστοί. Το πρήξιμο γύρω από την άρθρωση, η δυσκολία σε ανηφόρες και σκάλες ή η αίσθηση ότι ο αστράγαλος δεν κινείται όπως παλιά είναι επίσης λόγοι για αξιολόγηση.
Η ένταση των συμπτωμάτων δεν συμβαδίζει πάντα με την εικόνα μιας ακτινογραφίας. Δύο άνθρωποι με παρόμοιο βαθμό φθοράς μπορεί να έχουν διαφορετική αντοχή στο περπάτημα και διαφορετικές ανάγκες στην εργασία ή στην άσκηση. Γι’ αυτό ο γιατρός δεν αποφασίζει θεραπεία μόνο από μια εικόνα.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Ο ορθοπαιδικός θα ρωτήσει πότε ξεκίνησε ο πόνος, αν υπήρξε παλαιότερο διάστρεμμα ή κάταγμα και ποιες κινήσεις δυσκολεύουν τον ασθενή. Στην εξέταση αξιολογεί το εύρος κίνησης, την ευθυγράμμιση του ποδιού, τη σταθερότητα και την κατάσταση των γειτονικών αρθρώσεων.
Οι ακτινογραφίες, συχνά με το πόδι σε όρθια θέση ώστε να φορτίζεται, μπορούν να δείξουν τη φθορά και τυχόν παραμόρφωση. Αν υπάρχουν ειδικά ερωτήματα για τα οστά ή τους μαλακούς ιστούς, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον απεικονιστικές εξετάσεις. Η διάγνωση συνδυάζει τα ευρήματα με το πώς επηρεάζεται πραγματικά η καθημερινή λειτουργία.

Αρθρίτιδα στον αστράγαλο: ποιες επιλογές υπάρχουν χωρίς χειρουργείο;
Η συντηρητική αντιμετώπιση στοχεύει στη μείωση του πόνου και στη διατήρηση της λειτουργικότητας. Ανάλογα με τα συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμογή δραστηριοτήτων, άσκηση με μικρότερη καταπόνηση της άρθρωσης, φυσικοθεραπεία, κατάλληλα υποδήματα ή ορθωτική υποστήριξη. Ένας ειδικός νάρθηκας μπορεί να περιορίζει ορισμένες επώδυνες κινήσεις και να βοηθά στο βάδισμα.
Ο γιατρός μπορεί επίσης να συστήσει φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο ή, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, έγχυση στην άρθρωση για προσωρινή ανακούφιση. Η επιλογή εξαρτάται από το ιατρικό ιστορικό και τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Καμία από αυτές τις μεθόδους δεν αποκαθιστά τον ήδη φθαρμένο χόνδρο. Μπορούν όμως να μειώσουν τα συμπτώματα και, για αρκετούς ασθενείς, να επιτρέψουν τη συνέχιση καθημερινών δραστηριοτήτων χωρίς επέμβαση.
Τι αλλάζει όταν η αρθρίτιδα είναι προχωρημένη;
Όταν ο πόνος παραμένει έντονος παρά την κατάλληλη συντηρητική θεραπεία και περιορίζει σημαντικά τη ζωή του ασθενούς, συζητούνται χειρουργικές επιλογές. Οι δύο βασικές λύσεις για προχωρημένη φθορά είναι η αρθρόδεση και η ολική αρθροπλαστική ποδοκνημικής. Και οι δύο στοχεύουν στην ανακούφιση από τον πόνο, αλλά έχουν διαφορετική επίδραση στην κίνηση.
Αρθρόδεση: τι σημαίνει για την κίνηση;
Στην αρθρόδεση, τα οστά της ποδοκνημικής ενώνονται ώστε να σταματήσει η επώδυνη κίνηση στην άρθρωση. Αυτό σημαίνει ότι χάνεται η κίνηση προς τα πάνω και προς τα κάτω στο συγκεκριμένο σημείο. Το πόδι, ωστόσο, δεν γίνεται συνολικά άκαμπτο: οι γειτονικές αρθρώσεις εξακολουθούν να επιτρέπουν ορισμένες κινήσεις.
Η αρθρόδεση μπορεί να προσφέρει σημαντική ανακούφιση, αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μοιράζονται τα φορτία κατά το περπάτημα. Οι γειτονικές αρθρώσεις μπορεί να επιβαρύνονται περισσότερο με τον χρόνο. Ο ασθενής χρειάζεται επομένως να γνωρίζει τόσο το αναμενόμενο όφελος όσο και τον περιορισμό της κίνησης πριν αποφασίσει.
Ολική αρθροπλαστική: μπορεί να διατηρηθεί η κίνηση;
Στην ολική αρθροπλαστική, οι φθαρμένες αρθρικές επιφάνειες αντικαθίστανται με εμφύτευμα. Στόχος είναι να μειωθεί ο πόνος και να διατηρηθεί μέρος της κίνησης της ποδοκνημικής. Η άρθρωση, όμως, δεν επιστρέφει ακριβώς στην κατάσταση που είχε πριν εμφανιστεί η αρθρίτιδα.
Η αρθροπλαστική δεν είναι κατάλληλη για κάθε ασθενή. Η κατάσταση των οστών και των μαλακών ιστών, η ευθυγράμμιση, η σταθερότητα και οι δραστηριότητες που επιθυμεί να συνεχίσει ο άνθρωπος επηρεάζουν την καταλληλότητά της. Υπάρχει επίσης πιθανότητα το εμφύτευμα να χρειαστεί νέα επέμβαση στο μέλλον, κάτι που πρέπει να συζητηθεί πριν από την επιλογή της θεραπείας.
Πώς επιλέγεται η κατάλληλη θεραπεία;
Η αρθρίτιδα στον αστράγαλο δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε χειρουργείο ή σε απώλεια της κίνησης. Η απόφαση βασίζεται στη βαρύτητα των συμπτωμάτων, στη φθορά της άρθρωσης, στην ηλικία, στις δραστηριότητες, στην ποιότητα των οστών και στην υγεία των γειτονικών αρθρώσεων. Εξίσου σημαντικό είναι τι περιμένει ο ασθενής από τη θεραπεία: λιγότερο πόνο, καλύτερο περπάτημα ή διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερης κίνησης.
Μια συζήτηση με ορθοπαιδικό εξειδικευμένο στο πόδι και την ποδοκνημική μπορεί να ξεκαθαρίσει ποιες επιλογές ταιριάζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι, η αντιμετώπιση σχεδιάζεται με βάση την πραγματική λειτουργία του ποδιού και τους στόχους του ανθρώπου, όχι μόνο το στάδιο της φθοράς στην ακτινογραφία.


